Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ


Σήμερον έρχεται ο Χριστός Ο επουράνιος Θεός
Εν τη πόλει Βηθανία,
Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρον τον αδερφό της
Τον γλυκύ καρδιακό της
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
Και τον μοιρολογούσαν
Την ημέρα την τετάρτην
Κίνησε ο Χριστός για να' ρθει.
Και βγήκε κι η Μαρία έξω
Από τη Βηθανία.
Σκύβει εμπρός γονατιστή και τους
Πόδες του φιλεί.
-Αν εδώ ήσουν Χριστέ μου,
δεν θα πέθαινε ο αδερφός μου.
Μα κι εγώ τώρα πιστεύω
Και καλότατα εξεύρω
Ότι δύνασαι αν θέλεις
Και νεκρούς να ανασταίνεις.
-Λέγε, πίστευε, Μαρία
άγωμεν εις τα μνημεία
Τότε κι ο Χριστός δακρύζει
Και τον Άδη φοβερίζει:
-Άδη, Τάρταρε και Χάρε
Λάζαρε να μη σε πάρει:
Δεύρο έξω Λάζαρε μου,
Φίλε και αγαπητέ μου
Παρευθύς από τον Άδη
Ως εξαίσιο σημάδι.
Λάζαρος απενεκρώθη,
Ανεστήθη και σηκώθη.
Λάζαρος σαβανωμένος
Και με το κηρί ζωσμένος
-Λάζαρε πες μας τι είδες
εις τον Άδη που επήγες;
-Είδα φόβους, είδα τρόμους
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι
Να ξεπλύνω το φαρμάκι
Της καρδίας, των χειλέων
Και μη με ρωτάτε πλέον.